Την αρχαία Αθήνα την ξέρουμε. Τη σύγχρονη Αθήνα τη ζούμε. Τη νεοκλασική Αθήνα των αρχών του περασμένου αιώνα μπορούμε να τη φανταστούμε μέσα από τη διασωθείσα νησίδα της Πλάκας και τα σκόρπια οικοδομικά σπαράγματα που επιβίωσαν της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης. Αλλά την προεπαναστατική Αθήνα; Τη μεταβατική Αθήνα από την οθωμανική κυριαρχία στην άγουρη πρωτεύουσα των 10.000 ψυχών;
 
Αυτή περίπου δεν υπάρχει. Ελάχιστα τα ίχνη. Ανάμεσά τους, η μοναδική περίπτωση του οικοδομικού τετραγώνου που περικλείεται από τις οδούς Αρεως, Αδριανού, Βρυσακίου και Κλάδου σε απόσταση δύο λεπτών με τα πόδια από την πλατεία Μοναστηρακίου. Δεκαέξι κτίσματα με ιστορία αιώνων συγκροτούν έναν μοναδικό, συναρπαστικό πυρήνα της Αθήνας των αρχών του 19ου αιώνα, καθώς δεν μιλάμε για μεμονωμένα, ασύνδετα μεταξύ τους κτίρια, αλλά για μια χαρακτηριστική γειτονιά εκείνης της εποχής από την οποία δυστυχώς κληρονομήσαμε ελάχιστα και εντελώς αποσπασματικά στοιχεία. Αυτή η γειτονιά θα ενταχθεί από το 2015 στη ζωή της σύγχρονης πόλης ως έδρα του Μουσείου Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης. Η πρώτη φάση των έργων που αφορούσε τον καθαρισμό του χώρου και των ερειπίων ολοκληρώθηκε, ενώ ο εργολάβος της δεύτερης με αντικείμενο την αποκατάσταση των κτιρίων είναι έτοιμος να πιάσει δουλειά. Οι εργασίες θα διαρκέσουν δύο χρόνια.
 
Η πρόθεση τόσο των αρμόδιων αρχαιολόγων του υπουργείου Πολιτισμού όσο και των μελετητών (πρόκειται για τον Γιάννη Βεντουράκη και τον Παναγιώτη Ταβανιώτη του γνωστού αρχιτεκτονικού γραφείου «Betaplan») ήταν να μη «μουσειοποιηθεί» αυτό το τόσο σπάνιο κομμάτι αθηναϊκής ιστορίας. Αντίθετα, ο χώρος με την αυθεντική πλακόστρωση και τη χαρακτηριστική μουριά στο κέντρο της θα παραμένει ανοιχτός και εκτός του συμβατικού ωραρίου του μουσείο. Οι επισκέπτες θα μπορούν ελεύθερα να ξεκουράζονται στις μεταλλικές καρέκλες που θα υπάρχουν στη διάθεσή τους ακόμα κι αν δεν θέλουν να δουν το μουσείο.
 
Επίκεντρο της λεγόμενης «Αυλής των Θαυμάτων» ήταν η οικία Χωματιανού-Λογοθέτη, μιας από τις σημαντικότερες αθηναϊκές οικογένειες την περίοδο της Τουρκοκρατίας με ρίζες στο Βυζάντιο. Εκτός από την πύλη που οδηγούσε στην κεντρική λιθόστρωτη αυλή, διασώζονται ακόμα μια τοξωτή εσοχή με τη βρύση δίπλα της, μια λίθινη σκάλα, ένα καμαροσκεπές κατώι προσαρμοσμένο σε νεότερη οικία και το πηγάδι της κεντρικής αυλής. Ο Αγιος Ελισαίος ήταν η εκκλησία της οικογένειας. Εδώ έψαλλαν ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και ο εξάδελφός του Αλέξανδρος Μωραϊτίδης. Στην πραγματικότητα επιβιώνουν ολόκληρα ή στοιχεία οικιστικών χώρων (σπίτια, αρχοντικά), χώροι λατρείας και κοινωνικών εκδηλώσεων (εκκλησίες, πλατείες) και χώροι οικονομικής και εμπορικής δραστηριότητας (μαγαζιά, παλαιοπωλεία).
 
Το σύνολο, σε δύο επίπεδα, είναι συναρπαστικό. Στη μελέτη δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στη διατήρηση του κελύφους και του περιγράμματος των κτισμάτων, και με την αποκατάσταση του συγκροτήματος προβάλλεται η ιδιαιτερότητα της ρυμοτομίας του τετραγώνου που συνδέεται με την έννοια της «γειτονιάς» της παλιάς Αθήνας. Στις νεότερες κατασκευές συγκαταλέγεται η οικία Δραγούμη στην οδό Κλάδου 8 που οικοδομήθηκε το 1835, για λογαριασμό του Νικολάου Μ. Δραγούμη (1809-1879). Το έργο έχει ενταχθεί στο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Αττική 20072013» (ΕΣΠΑ) με συνολικό προϋπολογισμό 12.060.647 ευρώ.
 
Πηγή: skai.gr