«Η κατεξοχήν όπερα»: αυτόν τον χαρακτηρισμό επεφύλασσε για το αριστούργημα του Ζορζ Μπιζέ ο Ρενέ Λεμποβίτς στην κλασική «Ιστορία της Οπερας» (Παρίσι, 1987, σελ. 255). Ο πατριάρχης της γαλλικής μουσικής πρωτοπορίας Πιερ Μπουλέζ είχε άλλη γνώμη, αν πιστέψουμε την αποστροφή που του αποδίδεται για την Κάρμεν, ότι η παρτιτούρα της αποδεικνύει πως κατά βάθος δεν είναι παρά μια οπερέτα. Η ειρωνεία είναι ότι ο Λεμποβίτς είχε ήδη παρατηρήσει ότι η μοναδικότητα της Κάρμεν έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι ο Μπιζέ έφτιαξε μια τραγωδία μετουσιώνοντας εν πολλοίς τα συστατικά της οπερέτας, είδος στο οποίο είχε διαπρέψει στην αρχή της σταδιοδρομίας του, σε μία από αυτές τις γόνιμες ειδολογικές μεταφορές που ανανεώνουν την τέχνη (σελ. 265-6).

Σε κάθε περίπτωση, η χιλιοακουσμένη Κάρμεν παραμένει ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα έργα του ρεπερτορίου και σίγουρα ήταν μια εύστοχη επιλογή για την Οπερα της Βαλίτσας της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Το πρόγραμμα, που χρηματοδοτείται αποκλειστικά από το Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος, παρουσιάζει δωρεάν παραστάσεις όπερας σε συντετμημένη μορφή με συνοδεία πιάνου σε αποκεντρωμένους χώρους. Σε αντίθεση με τα προηγούμενα χρόνια, προτού φτάσει στην Αθήνα, από τον Ιανουάριο ώς τον Μάιο πραγματοποίησε περιοδεία σε 22 πόλεις. Η αθηναϊκή πρεμιέρα έχει προγραμματιστεί για τις 12 Ιουλίου στο Υπαίθριο Δημοτικό Θέατρο Ζωγράφου. Εμείς είχαμε την ευκαιρία να την παρακολουθήσουμε σε μια ειδική παράσταση -ουσιαστικά γενική δοκιμή- που δόθηκε κατά την παρουσίαση του προγράμματος στον πολυχώρο ΒΙΟS της οδού Πειραιώς, την Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2015.

Η σκηνοθέτις Αγγέλα-Κλεοπάτρα Σαρόγλου εκσυγχρόνισε την ιστορία εμπνεόμενη από τον κινηματογράφο του Ισπανού σκηνοθέτη Πέδρο Αλμοδόβαρ.  Η δράση μεταφέρθηκε στην εποχή μας, ή μάλλον στη δεκαετία του 1990. Ορισμένες μικρές αλλαγές έγιναν στην υπόθεση, η οποία πάντως διατηρεί τα βασικά χαρακτηριστικά και έχει συνοχή ως θέαμα: η Κάρμεν έγινε σερβιτόρα, οι στρατιώτες μετατράπηκαν σε δημοτικούς αστυνομικούς της Σεβίλλης. Η σκηνοθεσία λειτούργησε, διηγούμενη πειστικά την υπόθεση, με καλή καθοδήγηση των τραγουδιστών, και βρίσκοντας έξυπνες λύσεις, όπως για παράδειγμα η τηλεοπτική μετάδοση της ταυρομαχίας στην Δ΄ πράξη.  

Υπήρξαν βέβαια και επιλογές που μας προβλημάτισαν. Ο ρόλος της Μικαέλας προβλήθηκε περισσότερο ως καρικατούρα παρά ως αντίβαρο στην Κάρμεν.

Οι αστυνομικοί δεν έφεραν διακριτικά του βαθμού τους, με αποτέλεσμα στη σύγκρουση μεταξύ ενστόλων να υποβαθμιστεί η ιεραρχική της διάσταση. Αποφασίστηκε επίσης, ακόμα και με επεμβάσεις στη μετάφραση (!), να αποσιωπηθεί το γεγονός ότι η Κάρμεν είναι «Βοημή», δηλαδή Αθίγγανη, δηλαδή Ρομά. Στο πνεύμα της σκηνοθεσίας ήταν τα σκηνικά του Γιώργου Κολιού, τα ενδύματα της Αλεξίας Θεοδωράκη και οι φωτισμοί του Σπύρου Τζώρα.

Σε επίπεδο ερμηνειών το αποτέλεσμα ήταν πολύ ικανοποιητικό. Η μεσόφωνος Μαρισία Παπαλεξίου έχει και τη φωνή και το παρουσιαστικό και τη σκηνική άνεση για τον ρόλο, όπως και ο τενόρος Δημήτρης Πακσόγλου ως Δον Χοσέ, ο οποίος σύντομα θα τραγουδήσει τον ίδιο ρόλο στην παραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής στο Ηρώδειο, έχοντας πλέον δημιουργήσει παρακαταθήκη υψηλών προσδοκιών. Πολύ καλές ερμηνείες είχαμε και από τον Αρκάδιο Ρακόπουλο (Εσκαμίγιο / Μοράλες), τον Κώστα Μαυρογένη (Θουνίγα / Ντανκαρέ), τη Σοφία Μητροπούλου (Μικαέλα / Φρασκίτα) και την Ελένη Δάβου (Μερσέδες). Στο πιάνο συνόδευσε ακούραστα ο Γιάννης Τσανακαλιώτης.

Αντικειμενικά δύσκολο ήταν να μεταφερθούν σε ολιγομελή παραγωγή τα υπέροχα και αγαπημένα χορικά του έργου. Προκρίθηκαν διάφορες λύσεις. Το χορικό των στρατιωτών «Στην πλατεία κόσμος πάει κι έρχεται» στην αρχή της Α΄ πράξης αποδόθηκε πολύ ικανοποιητικά από τους τρεις άνδρες πρωταγωνιστές. Η παιδική χορωδία αναγκαστικά κόπηκε. Το πρόβλημα εντοπίστηκε περισσότερο στην τελευταία σκηνή. Εκεί ο Μπιζέ χτίζει έναν εκπληκτικό διάλογο ανάμεσα στο μοιραίο ζευγάρι στο προσκήνιο και τη χορωδία από το παρασκήνιο, η οποία όμως εδώ δεν υπήρχε. Θα μπορούσε άραγε να είχε βρεθεί μια λύση αντίστοιχη με αυτή της χορωδίας των στρατιωτών; Θα μπορούσε, δεδομένου ότι είναι από τα παρασκήνια, να χρησιμοποιηθεί, έστω και για μία και μόνη φορά, ηχογράφηση; Θα μπορούσε να είχε παιχτεί από την τηλεόραση που εντάχθηκε στο σκηνικό; Σίγουρα έξω από την αρένα εύκολα μιλάει κανείς, από την άλλη όμως η έλλειψή της ήταν αισθητή.

Στο τέλος, σε μια ελαφρά απόκλιση από το πρωτότυπο, ο Δον Χοσέ δεν μαχαιρώνει αλλά στραγγαλίζει την Κάρμεν σε μια σκηνή κανονικού sexploitation, με τις μακριές κνήμες και τους μηρούς της Μαρισίας Παπαλεξίου να χτυπιούνται στο δάπεδο αποκεκαλυμμένοι κατενώπιον των θεατών. Ομολογουμένως τέθηκαν πολύ υψηλά ερμηνευτικά πρότυπα· δεν θέλουμε καν να φανταστούμε τι θα συμβεί αν ποτέ τον ρόλο αναλάμβανε ακατάλληλη διανομή.

Πηγή : www.kathimerini.gr