Ο Γιάννης Χαρούλης στον Μελωδία 99,2

«Κάθε άνθρωπος οφείλει στον εαυτό του να πλάθει το δικό του σχήμα, κι όχι να παίρνει αυτό που ήδη υπάρχει. Να πλάθει το δικό του όνειρο. Τη δικιά του ιστορία».

varsami 

Συνέντευξη στην Κωνσταντίνα Βαρσάμη

 

Kωνσταντίνα Bαρσάμη. Πού μεγάλωσες; Πότε κατάλαβες ότι μεγάλωσες και ορισμένα πράγματα δεν είναι αστεία και πρέπει να τα κάνεις πιο σοβαρά;

Γιάννης Χαρούλης. Τώρα πριν από μερικούς μήνες... (γελάει)

Κ.Β. Τόσο κοντά...

Γ.Χ. Πιστεύω ότι τα αρσενικά ωριμάζουν, αρχίζουν να γίνονται άντρες ας πούμε, μετά τα 30.

Κ.Β. Είσαι μετά τα 30, οπότε είσαι σε καλό σημείο.

Γ.Χ. Έτσι πιστεύω, τώρα αρχίζω και σοβαρεύω. Όχι πως η πρόθεσή μου είναι κακή, πως έχει αλλάξει, απλά μέσα στην καλοπροαίρετη πρόθεση μπαίνει και κάποια σοβαρότητα.

Κ.Β. Πού μεγάλωσες?

Γ.Χ. Στην Κρήτη.

Κ.Β. Πώς ήταν;

Γ.Χ. Στην Κρήτη έζησα, «μεγάλωσα» στην Αθήνα. Εδώ ζω και μεγαλώνω, όσο ήμουν στην Κρήτη δεν είχα μεγαλώσει. Για πολλούς λόγους, αν μη τι άλλο ήμουν και με τους γονείς μου.

Κ.Β. Εκεί γεννήθηκες;

Γ.Χ. Εκεί στα Έξω Λακώνια. Στο Ηράκλειο γεννήθηκα αλλά έμενα στα Έξω Λακώνια, μέχρι τα 21 μου.

Κ.Β. Και τι έκανες εκεί; Πήγες σχολείο...

Γ.Χ. Πήγα σε ένα μονοθέσιο δημοτικό, ήμασταν 17 παιδιά. Είχα την τύχη με κάποιο τρόπο να ζήσω τη ζωή μια προηγούμενης γενιάς, τουλάχιστον μιας προηγούμενης γενιάς. Δηλαδή ο τρόπος, οι εμπειρίες... Όταν τις μοιράζομαι, ταιριάζουν με εμπειρίες ανθρώπων που είναι ήδη 65 χρόνων, να το πω έτσι. Δηλαδή, μονοθέσιο σχολείο, ένας δάσκαλος, 15 παιδιά. Εμείς το μαζεύαμε, το καθαρίζαμε, φυτεύαμε δέντρα, κάναμε τις εκδρομές μας εκεί κοντά...

Κ.Β. Όταν ήρθες στην Αθήνα έπαθες πολιτισμικό (σοκ);

Γ.Χ. Έπαθα βέβαια, ήταν μεγάλο πολιτισμικό σοκ. Λόγω όγκου και καταστάσεων, φασαρίας, θορύβου. Αλλά ήταν και η ηλικία τέτοια, που πιο πολύ με ενθουσίασε, μπορώ να πω. Αν γινόταν λίγο αργότερα μια αλλαγή, αν ερχόμουν αναγκαστικά στα 30 φεύγα από το χωριό του στην πόλη, φαντάζομαι είναι πιο μεγάλο το ζόρι

Κ.Β. Ήθελες να έρθεις στην μεγάλη πόλη; Ήθελες να αλλάξεις ζωή;

Γ.Χ. Δεν μπορώ να πω πως ήταν στα πλάνα μου αυτό... Δεν το είχα σκεφτεί, όχι... Προέκυψε.

Κ.Β. Είσαι η συνέχεια του Νίκου Ξυλούρη;

Γ.Χ. Ε, όχι δεν μπορώ να πω ότι είμαι η συνέχεια του Νίκου Ξυλούρη, γιατί δεν έχει τελειώσει αυτός ο μύθος, ούτε θα τελειώσει δηλαδή. Μια μελωδία, ένα ηχητικό ηχόχρωμα , κάποια φορά μπορεί να συγκριθεί. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό η ύπαρξη κάποιου ανθρώπου, είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο, και ο Ξυλούρης δεν χρειάζεται συνέχεια και ούτε θα υπάρξει συνεχιστής... Ο Ξυλούρης είναι κάτι μέσα από τη ζωή μας, εγώ δεν είμαι αυτό. Όπως και εγώ έχω ακούσει τραγούδια του, και όπως τα παιδιά μου θα ακούσουνε και τα εγγόνια μου θα ακούσουνε, και τα δικά σας κ.ο.κ.

Κ.Β. Σε πειράζει που σε συγκρίνουν με τον Ξυλούρη;

Γ.Χ. Είναι μεγάλη τιμή. Σαν απλός άνθρωπος, κάθε φορά που ακούω Ξυλούρη, θαυμάζω όλο αυτό το μεγαλείο. Τώρα, αν σε συγκρίνουν με κάτι τέτοιο, σαφώς είναι τουλάχιστον όμορφο, απλά δεν πιστεύω ότι ισχύει.

Κ.Β. Άρα δεν μπήκες ποτέ στη λογική αυτών που όταν ξεκίνησες σκέφτονταν ότι υπάρχει μια αναπόφευκτη σύγκριση των δύο φωνών, οπότε ο Χαρούλης δεν θα κάνει και πολλά πράγματα γιατί παραπέμπει στον Ξυλούρη...

Γ.Χ. Θα μπορούσε να ειπωθεί και αυτό, σίγουρα θα έχει ειπωθεί. Ο κόσμος, όπως κι εγώ ο ίδιος, όταν οτιδήποτε νέο εισβάλλει στη ζωή του δια μέσου των αισθήσεων, θα προσπαθήσει να το συγκρίνει με κάτι που ήδη υπάρχει μέσα στο μυαλό του, στη γνώση του. Είναι κάτι πολύ λογικό αυτό, το κάνω και εγώ.. Θα πω, π.χ. αυτή μοιάζει σαν μία άλλη που ξέρω ή αυτός κάνει κάτι σαν αυτόν, παίζει μπάλα σαν εκείνον. Όταν όμως σε συγκρίνουν με ένα μύθο, μόνο ωραίο πράγμα είναι αυτό. Δηλαδή ο λόγος, ο κοινός χώρος που επικαλούνται όσοι έχουν πει ότι μοιάζουμε με τον «Αρχάγγελο», ακόμη και αυτό με τιμάει, αλλά από εκεί και μετά δεν είναι έτσι.

Κ.Β. Πώς είναι να κουβαλάς τον τόπο σου στη φωνή σου; Ακόμη και αν κάποιος δε γνωρίζει το χωριό σου, ξέρει ότι φέρνεις μαζί σου την Κρήτη. Κουβαλάς τον τόπο σου Έχεις συναίσθηση αυτής της φωνής που έχεις ή μόνο εμείς μένουμε άφωνοι όταν σε ακούμε;

Γ.Χ. Ευχαριστώ, δεν ξέρω τι να πω γι’ αυτό. Καταρχάς, έχω τον τόπο μέσα μου γιατί από αυτά τα υλικά είμαι πλασμένος.. Αν διαιρεθεί η γενιά προς τα πίσω, δεν ξέρω από πού κρατούν οι αρχικές ρίζες, αλλά είναι τέτοια η εμπειρία και τόσα τα χρόνια που έχω ζήσει στην Κρήτη που σίγουρα θα έχουν αφήσει το αποτύπωμά τους στη φωνή μου.

Κ.Β. Υπάρχει κάποιος στην οικογένεια σου που τραγούδαγε;

Γ.Χ. Ο πατέρας μου. Τη δικιά του φωνή θυμάμαι. Η δικιά του φωνή με έχει επηρεάσει, μετά όλων των υπολοίπων. Δεν αναφέρομαι μόνο στον Ψαρονίκο γιατί υπάρχουν στην Κρήτη και άλλοι μύθοι: ο Μανιάς, ο Κώστας Μουντάκης, ο Θανάσης Σκορδαλός, Μανώλης Κακλιδάκης... Αυτές οι φωνές είναι για ΄μενα θεότητες.

Κ.Β. Έχεις καταλάβει γιατί η κρητική παράδοση είναι τόσο γοητευτική για την υπόλοιπη Ελλάδα;

Γ.Χ. Υπάρχει κάτι πολύ άμεσο, ρυθμικά και μελωδικά. Υπάρχει ο στίχος, που μπορούμε να χορεύουμε, σε όλη μας την παράδοση συμβαίνει αυτό. Γλεντάμε και χορεύουμε τα βάσανά μας. Όπως λέει και η μαντινάδα: «τα βάσανα μου χαίρομαι, τις πικρές μου γλεντίζω, και να μου πούνε για χαρές εγώ δεν τις γνωρίζω». Νομίζω ότι αυτό έχει να κάνει με την παράδοση μας συνολικά. Μπορεί να μιλάμε για θάνατο, και να το γελάμε και να το χορεύουμε σαν να είναι γέννηση. Αλλά στην Κρήτη, όπως και στον Πόντο, υπάρχει ο ρυθμός, υπάρχει κάτι το οποίο κρατιέται από κάτι πολύ παλιό και βαθύ, και μας ξυπνάει μνήμες και συναισθήματα που δεν διαχειρίζονται με τη λογική.

Κ.Β. Έχει να κάνει με το γεγονός ότι οι Κρητικοί κράτησαν και μια πολύ ζωντανή σύνδεση με την παράδοση τους;

Γ.Χ. Φυσικά και έχει να κάνει. Βοήθησε και η αποκοπή της Κρήτης σαν νησί από τον υπόλοιπο κόσμο. Ακόμα και μετά την έλευση του τουρισμού, ιδιαίτερα τα χωριά κρατάνε πολύ, αλλά και στα παράλια και στις τουριστικές περιοχές, πάλι προσπαθούν να κρατήσουν ζωντανή την παράδοση. Έχω γνωρίσει ανθρώπους που δεν τους επηρεάζει όλο αυτό, γιατί είναι τόσο δυνατός ο τόπος και το αίμα, που στέκεται πάνω από το κέρδος.

Κ.Β. Έχεις συναίσθηση ότι παράγοντας ένα παραδοσιακό τραγούδι, στην ουσία το καθιστάς παρά πολύ σύγχρονο και το επικοινωνείς στους νεότερους; Έχεις απώτερο σκοπό για κάτι τέτοιο;

Γ.Χ. Δεν μπορώ να το πω απώτερο σκοπό, μπορεί να προκύπτει μέσα από αυτό, αλλά αυτό που ουσιαστικά κάνω τραγουδώντας είναι να αναπαράγω δικά μου βιώματα, που όμως τα έχω εισπράξει από άλλους. Τα περισσότερα τραγούδια είναι άλλων, απλά τα δανείζομαι επειδή με εκφράζουν. Η νέα γενιά ανταποκρίνεται και ακολουθεί επειδή ο ήχος μου τώρα είναι πιο ηλεκτρικός, και τα νιάτα θέλουν ηλεκτρισμό. Ωστόσο, θέλω να πω ότι υπάρχουν πολύ πιο όμορφοι παραδοσιακοί παίχτες και δεν θεωρώ, δεν μπορώ να πω, ότι παίζω παραδοσιακά, ότι είμαι είμαι παραδοσιακός. Αν κάποιοι θέλουν να ακούσουν ένα παραδοσιακό τραγούδι της Κρήτης, ή οποιουδήποτε τόπου, υπάρχουν άνθρωποι που κρατούν πάρα πολύ ωραία αυτή τη ρίζα, είναι πολύ πιο ζεστοί και πιο ζωντανοί από εμάς, από εμένα τουλάχιστον.

Κ.Β. Ο ηλεκτρικός ήχος στην δική σου απόδοση των τραγουδιών πώς προκύπτει;

Γ.Χ. Προκύπτει λόγω των ακουσμάτων. Θεωρώ ότι αν ήμουν ακόμα στο χωριό, δεν θα έβαζα ηλεκτρικό ήχο. Ήρθα στην πόλη και αυτό που εισπράττω, το μεταφέρω και μουσικά. Είναι μια ανάγκη.

Κ.Β. Θεωρείς ότι αυτό που κάνεις είναι νεωτερικό;

Γ.Χ. Νεωτερικό... Θεωρώ πως ό,τι κάνω, το έχουν σίγουρα κάνει άλλοι στο παρελθόν, απλά κάθε φορά αλλάζουν τα πρόσωπα, οπότε αλλάζουν και οι στιγμές, αλλάζουν και οι ακροατές οι ίδιοι. και έτσι καθετί φαίνεται πιο καινούριο.

Κ.Β. Ενώ έχεις μικρή –προσωπική- δισκογραφική παραγωγή, έχεις πάρα πολλές συμμετοχές για τα χρόνια που τραγουδάς. Πώς γίνεται να είσαι αυτή τη στιγμή το πιο hot όνομα στο χώρο του τραγουδιού; Οι εμφανίσεις σου είναι sold out..

Γ.Χ. Είναι φοβερό αυτό που συμβαίνει, είναι συγκινητικό.

Κ.Β. Σε έχει ξαφνιάσει;

Γ.Χ. Πάντα με ξαφνιάζει. Δεν θεωρώ τίποτα δεδομένο. Μπορεί να είναι δεδομένο για ένα μήνα, για ένα χρόνο. Και γι΄αυτό ακριβώς το γεύομαι με πιο πολύ ευχαρίστηση. Όταν ξέρεις ότι κάτι θα χαθεί ή χάνεται, ρουφάς όσο πιο πολύ γίνεται.

Κ.Β. Έχεις δηλαδή στο πίσω μέρος του μυαλού σου ότι αυτό είναι πολύ προσωρινό ή μπορεί του χρόνου να μην πουλάς τόσο;

Γ.Χ. Ναι... Όχι πως χοροπηδάω επειδή ίσως του χρόνου δεν θα έχω την ίδια επιτυχία (γελάει). Δεν το λεω τόσο ακραία. Απλά, το έχω στο μυαλό μου γιατί ο χρόνος είναι σχετικός. Γι’ αυτό αν δεν είναι του χρόνου και είναι σε 10 ή σε 20 χρόνια, πάλι το ίδιο θα μου φαίνεται τότε. Δεν έχει σημασία. Βλέπω συναδέλφους που έχουν ζήσει μεγάλες εποχές, να βρίσκονται σε μια άλλη κατάσταση από αυτή που βίωσαν, να το χαίρονται όμως και τώρα, και το αντιλαμβάνομαι. Εμένα αυτό θα μπορούσε να είναι το φτάσιμό μου. Να βλέπω δηλαδή τέτοιους ανθρώπους και να λεω «να, σαν αυτό θέλω να είμαι». Ένας ωραίος, μεγάλος άνθρωπος που χαίρομαι αυτό ακριβώς που μου συμβαίνει, όταν συμβαίνει.

Κ.Β. Τι είναι το τραγούδι για σένα, Γιάννη; Είναι έκφραση, πολιτισμός; Είναι βιοπορισμός, είναι διασκέδαση;

Γ.Χ. Όλα μαζί είναι. Ξεκινάει με την επικοινωνία, δηλαδή αυτό που θέλω να πω, το εκφράζω μέσα από τη μουσική, όπου σίγουρα το εκφράζω καλύτερα απ’ ότι μπορώ να το πω με λόγια. Όχι μόνο επειδή μπορώ εγώ να το πω καλύτερα τραγουδώντας, αλλά και ο άνθρωπος το εισπράττει καλύτερα. Είναι πιο άδολη η μουσική, και έτσι ακούμε με άλλα κριτήρια. Ακούμε κάποιον που μιλάει τραγουδώντας. Με ενδιαφέρει πάρα πολύ αυτός ο τρόπος, το θεωρώ πιο αληθινό

Κ.Β. Είσαι περισσότερο μουσικός ή ερμηνευτής;

Γ.Χ. Τι να πω... Είχα ένα τέτοιο δίλημμα πριν πολλά χρόνια, για πρακτικό λόγο δηλαδή. Ξεκινώντας να παίζω λαούτο πιο πολύ, γινόμουν πολύ καλύτερος στο λαούτο και πήγαινε πίσω το τραγούδι. ή ανάποδα. Όταν είχα πολύ όρεξη να τραγουδώ έδινα όλη μου την έμφαση εκεί, όλη μου την ουσία, και μετά δεν μπορούσα να παίξω λαούτο. Αυτό ισχύει ακόμα. Δεν ξέρω, δεν μπορώ να απαντήσω... Πάντως, όταν έπαιζα στα πανηγύρια, ήμουν μουσικός κυρίως, δεν ήμουν ο τραγουδιστής του σχήματος, ήμουν λαουτιέρης.

Κ.Β. Τι διαφορά υπάρχει ανάμεσα στα πανηγύρια και στην Ακτή Πειραιώς που εμφανίζεσαι τώρα, ή στο Λυκαβηττό που ήσουν πριν από ένα χρόνο;

Γ.Χ. Υπάρχουν πρακτικές διαφορές. Υπάρχει το γαμοπίλαφο που δεν υπάρχει στο Λυκαβηττό, και το βραστό κρέας (γελάει) Υπάρχουν τα τραπέζια, εντάξει, αυτά υπάρχουν και στην Ακτή Πειραιώς, πλάκα κάνω... Υπάρχει όμως μία ωραία διαφορά που μου αρέσει, σε σχέση με τα πανηγύρια: ότι ο κόσμος ακούει πιο πολύ, πιο προσεκτικά, κι έτσι μέσα σε αυτή την ησυχία μπορούν να μπούν στο πρόγραμμα και τραγούδια που δεν μπορούν να μπουν εύκολα σε ένα γλέντι, δεν κολλάνε. Ε, αυτό το κομμάτι μου αρέσει. Ούτως η άλλως, το αγαπημένο μου σημείο στα πανηγύρια ήταν στο τέλος – τέλος, όταν είχαν μείνει πολύ λίγοι άνθρωποι και τους έλεγα ακουστικά τραγούδια, όχι χορευτικά. Αυτό ήταν το αγαπημένο μου. Αυτό που τώρα μου συμβαίνει σαν όνειρο, το είχα ξεκινήσει πρακτικά από τότε.

Κ.Β. Έχοντας επίγνωση αυτού που θα μπορούσες να γίνεις ή απλά σκεπτόμενος ότι κάποτε θα μπορούσε να γίνει;

Γ.Χ. Απλά μου άρεσε... Μου άρεσε να βλέπω τον άλλον να χορεύει, να εκστασιάζεται, είναι μεγάλες στιγμές αυτές στη ζωή των ανθρώπων. Προσωπικά, ήταν σαν να έβλεπα κάτι να φεύγει... Την ώρα που ο άλλος σηκώνει τα χέρια του ήταν σαν να φεύγει ένα βάρος, και το θεωρώ πολύ ιερό. Όταν γίνεται μάλιστα και από πιο πολύ κόσμο, μας ενώνει κιόλας.

Κ.Β. Αν έπρεπε να διαλέξεις ανάμεσα στους Pink Floyd ή σε ένα τραγούδι flamenco, θα διάλεγες κάτι από τα δύο ή δεν έχει όρια και σύνορα η μουσική που σου αρέσει;

Γ.Χ. Αναλόγως. Πραγματικά, αναλόγως. Αναλόγως πού θέλω να παω. Σίγουρα υπάρχουν ωραία μέρη στην Ελλάδα, αλλά υπάρχουν και αλλού ωραία μέρη. Δε νομίζω ότι υπάρχει άνθρωπος που θα σου πει, «εγώ μόνο εδώ θέλω να ζήσω». Εγώ θέλω να ζήσω και σε άλλα μέρη, να πω κι άλλα τραγούδια.

Κ.Β. Άρα βλέπεις μια παγκόσμια μουσική; Το ελληνικό τραγούδι, μέσα από τον τρόπο που το προσεγγίζεις εσύ, μπορεί να γίνει ένας παγκόσμιος ήχος κάποια στιγμή;

Γ.Χ. Το εύχομαι. Θα πάμε και στο εξωτερικό τώρα, θα κάνουμε μια περιοδεία στην Ευρώπη και ελπίζω άνθρωποι που δεν καταλαβαίνουν τη γλώσσα μας, να αισθανθούν κάτι. Όσες φορές έχει τύχει βέβαια, η αλήθεια είναι ότι δεν έχει μεγάλη σημασία μόνο ο στίχος. Εμείς στην Ελλάδα το έχουμε αυτό, και πολύ καλά κάνουμε γιατί έχουμε απίστευτους στίχους.

Κ.Β. Έχουμε πολύ δυνατή γλώσσα.

Γ.Χ. Έχουμε ποιήματα, βιβλία ολόκληρα, έχουμε δυνατή γλώσσα, ναι. Αλλά οι ακροατές του εξωτερικού είναι πιο ανοιχτοί από εμάς.

Κ.Β. Οπότε λες ότι αυτός ο ήχος μπορεί να είναι ένας ethnic ήχος, ο οποίος μας εκπροσωπεί;

Γ.Χ. Ευελπιστώ.. Αλλά και ο δικός μου ήχος να μην είναι ethnic, υπάρχει μια συνοχή μουσικής και ρυθμού, η οποία σε παγκόσμιο επίπεδο, εκφράζει κοινώς πολλούς ανθρώπους.

Κ.Β. Yπάρχει μουσική που σε καθόριζει; Υπάρχουν ακούσματα, τα οποία ακόμη και σήμερα είναι σημεία αναφοράς;

Γ.Χ. Πέρα φυσικά από τα Κρητικά, μου αρέσουν πάρα πολύ τα flamenco που είπες πριν. Μου αρέσουν πολύ τα ηπειρώτικα... Γενικά το κλαρίνο μου αρέσει πάρα πολύ σαν όργανο. Το έχουμε και στην ορχήστρα μας, με έναν καταπληκτικό οργανοπαίκτη τον Κωσταντή Πιστιόλη. Να πω και τα υπόλοιπα παιδιά;

Κ.Β. Βεβαίως

Γ.Χ. Στην κιθάρα είναι ο Θανάσης Gigovic, ο Πάνος Τόλιος στα τύμπανα (με τον δικό του τρόπο, όπως παίζει), κόντρα μπάσο ο Μιχάλης Καρκάνης, έχουμε και έναν φοβερό λυράρη, τον Λευτέρη Ανδριώτη, και τέλος εγώ παίζω λαούτο και τραγουδάω. Επίσης, τραγουδάνε και τα παιδιά.

Κ.Β. Είστε μια ομάδα, ένα συγκρότημα;

Γ.Χ. Είμαστε μια ομάδα, βέβαια.

Κ.Β. Δεν είναι δηλαδή ο Γιάννης Χαρούλης και το σχήμα του..

Γ.Χ. Ο Χαρούλης και το σχήμα του είναι μόνο λόγια. Δεν μπορώ να έχω ανθρώπους πίσω μου, οι οποίοι απλά παίζουν μαζί μου. Αυτοί οι άνθρωποι δίνουν την ψυχή τους. Ασχέτως αν το όνομα μου είναι αυτό που θα καλέσει τον κόσμο. Το παίξιμό τους είναι αυτό που θα κάνει τον κόσμο να ξανάρθει. Εγώ θα τους καλέσω, αλλά αν δεν παίξουμε όλοι μαζί καλά, δεν θα ξαναέρθουν.

Κ.Β. Ανάμεσα στην ευτυχία και την επιτυχία τι διαλέγεις; Ή το ένα συνεπάγεται το άλλο;

Γ.Χ. Η ευτυχία είναι κάτι που δεν μπορείς να κρατήσεις μόνιμα, όπως και την επιτυχία βέβαια. Υπάρχει ευτυχία μέσα από την επιτυχία, αλλά όχι απόλυτη.

Κ.Β. Είναι σε ένα επίπεδο, δηλαδή...

Γ.Χ. Ναι, γιατί προσωπικά για εμένα και για όλα αυτά που ζω, αν δεν σταματήσω λίγο - όπως έκανα το χειμώνα - δεν θα την εκλάμβανα το ίδιο. Δεν θα ήμουν πολύ ευτυχισμένος, όπως είμαι τώρα . Κάποια στιγμή -δεν μπορώ να πω ότι με κουράζει- αλλά όλη αυτή η δυναμική, η αίσθηση που υπάρχει... θέλω να την βάζω σε ένα κουτάκι, να το πω έτσι ...ας είναι ό,τι είναι, να ξεχνάω ότι το κάνω. Αυτό κάνω. Ξεχνάω για μερικούς μήνες ποιος είμαι και τι κάνω, μου το υπενθυμίζει ο κόσμος στο δρόμο και χαίρομαι πολύ γι’ αυτό, είναι σαν να ‘μαι σε μια γειτονιά .Σε όλη την Αθήνα και στην υπόλοιπη Ελλάδα όπου πάω πολλές φορές, μου τυχαίνει και με χαιρετάνε σαν να ‘μαι απο ‘κει. Αυτό είναι επίσης από τα ιερά πράγματα που συμβαίνουν, αλλά είναι το μόνο που μου θυμίζει τι είναι αυτό που κάνω. Κατά τα άλλα, θα περάσει ένα διάστημα που θα ξυπνάω το πρωί και θα κάνω κάτι εντελώς διαφορετικό. Αυτό με ευχαριστεί. Με κάνει επίσης ευτυχισμένο.

Κ.Β. Ισορροπείς δηλαδή....Άρα η οικονομία στις εμφανίσεις σου, είναι συνειδητή.

Γ.Χ. Τελείως. Είναι για να κρατάω την ευτυχία.

K.B. Γιάννη, έχεις άστρο, ταλέντο, δουλεύεις σκληρά ή απλά επιδίωξες κάποια στιγμή την κορυφή και προέκυψε;

Γ.Χ. Η κορυφή είναι πολύ ιδιαίτερη... Έχουν υπάρξει πολλοί άνθρωποι που έχουν προσφέρει περισσότερα πράγματα και κατά αυτόν τον τρόπο δεν μπορώ να συγκριθώ μαζί τους. Όταν βλέπω την κορυφή δεν θα δω εμένα ... Θα δω ανθρώπους που έχουν προσφέρει πραγματικό έργο.

Κ.Β. Εννοείς από την προηγούμενη γενιά που έχουν παραδώσει στην επόμενη...

Γ.Χ. Η προηγούμενη γενιά. Αυτή είναι η κορυφή. Η κορυφή δεν είναι κάτι άλλο. Επειδή τώρα κάποιος ή κάποιοι άνθρωποι με αγαπάνε, δεν σημαίνει πως βρίσκομαι στην κορυφή.

Κ.Β. Πώς διαλέγεις τα τραγούδια που θα πεις είτε στα live είτε στους δίσκους σου;

Γ.Χ. Με βάση αυτά που συμβαίνουν στη ζωή μου. Δεν τα μαρτυράει απλώς ένα τραγούδι αλλά μπορεί να ‘ναι μια φράση, ένα κομμάτι νοήματος ενός τραγουδιού που θα με κάνει να το τραγουδήσω.

Κ.Β. Ο στίχος δηλαδή περισσότερο σε πάει στο τραγούδι...

Γ.Χ. Όχι, πολλές φορές και η μουσική. Γι’ αυτό μπορεί να πω ένα τραγούδι που να μην ταιριάζει το νόημα του με τη ζωή μου, γιατί υπάρχουν τραγούδια που πρέπει να έχει πονέσει πάρα πολύ ο άλλος για να τα τραγουδήσει. Βέβαια με σώζει το γεγονός ότι προέρχομαι από παραδοσιακή μουσικά οικογένεια. Έχουμε αυτή την ελαφρότητα να τραγουδάμε βαριά πράγματα, αυτό το θράσος που έχουμε εμείς ούτως ή άλλως, σαν παραδοσιακοί δηλαδή...

Κ.Β. Αυτό που είσαι, επηρεάζει τις επιλογές σου;

Γ.Χ. Ε, ναι... Επηρεάζει... Αυτό που κάνουμε γίνεται με βάση αυτό που έχουμε εισπράξει στο παρελθόν μας. Έχει δημιουργήσει κάποιες απόψεις και κρίσεις. κι όλα τα μελλούμενα που εισέρχονται, τα τοποθετούμε με βάση αυτό που έχουμε κρίνει σωστό ή λάθος στο παρελθόν μας.

Κ.Β. Η τύχη έπαιξε ρόλο στη διαδρομή σου;

Γ.Χ Πάρα πολύ. Συνήθως αισθάνομαι κάτι που υπάρχει και με συμπαθεί... Κάποιος, κάτι κάπου,  δεν ξέρω τι ακριβώς ... Το αισθάνομαι πάρα πολύ συχνά...

Κ.Β. Τι σχέδια έχεις για το μέλλον, πέρα από αυτή την περιοδεία στην Ευρώπη;

Γ.Χ. Αυτό είναι μεγάλο κομμάτι. Πριν πάω στο επόμενο βήμα, είναι η πρώτη μας ουσιαστικά περιοδεία που έχει να κάνει με ανθρώπους που θα είναι κατά μεγάλο ποσοστό Έλληνες. Κάποιοι θα ‘ναι παλιο , θα ‘χουν εγκατασταθεί εκεί, θα ‘χουν βρει κάποιο τρόπο ευχαρίστησης μέσα από τη μετανάστευση αλλά είμαι σίγουρος ότι θα ναι και πολλοί καινούριοι. Άνθρωποι που ακόμη ψάχνουν να βρουν από αυτόν τον ξεριζωμό κάπου να σταθούνε... Οπότε αυτό δεν είναι απλά μια μουσική βραδιά όπως εδώ... Είναι κάτι άλλο εκεί, συν τους ντόπιους.

Κ.Β. Σε επηρεάζουν τα όσα συμβαίνουν γύρω σου; Ένας άνθρωπος που κοιμάται σε ένα παγκάκι, στο σούπερ μαρκετ  μπορεί να συναντήσεις μια ηλικιωμένη κυρία που δεν έχει όλα της τα χρήματα για να πάρει τα απαραίτητα...

Γ.Χ. .Πολύ... Το ‘χω ξαναπεί. Το θέμα δεν είναι τι λέμε, αλλά τι κάνουμε σ’ αυτές τις περιπτώσεις. Το πρώτο που σκέφτομαι όταν θα δω μια τέτοια κατάσταση, είναι ντροπή και ενοχή. Ανεξαρτήτως τι κρύβει πολλές φορές κάποιος, και αν είναι επιλογή του, δεν ξέρουμε την ιστορία του κάθε ανθρώπου. Ομως δεν έχει σημασία ... Από τη στιγμή που εγώ έχω να φάω, να ντυθώ και να ζεσταθώ, πραγματικά ντρέπομαι που κάποιος άλλος δεν έχει.

Κ.Β. Αισθάνεσαι αισιόδοξος για το μέλλον; Είσαι πολύ νέος, είσαι σε μια στιγμή που τα πράγματα για σένα πάνε καλά … Πώς βλέπεις το μέλλον να εξελίσσεται και σε σχέση με το αντικείμενό σου αλλά και σε σχέση μ’ αυτό που κουβαλάμε όλοι οι άνθρωποι και συναντιόμαστε κάποια στιγμή με βάση το τραγούδι; Ειδικά στην ελληνική πραγματικότητα, ένα τραγούδι δημιουργεί μια συγγένεια πολλές φορές..

Γ.Χ. Αλήθεια είναι .Πολλές φορές έχουμε συναντήσει τραγούδια που εκφράζουν ολόκληρες εποχές. Ας πούμε το «Πότε θα κάνει ξαστεριά» για τη γενιά του Πολυτεχνείου ήταν ένα σύμβολο από ότι ξέρω. Τι να πω…Βλέπω πάντα μια αισιοδοξία μέσα απ’ οτιδήποτε προκύπτει, είναι και ο τρόπος που εγώ προσωπικά θέλω να βλέπω τα πράγματα. Δεν μου συμβαίνει τώρα που από μουσικής πλευράς τα πράγματα πάνε για ‘μενα τόσο ωραία. Και πιο παλιά που, προφανώς υπήρξα σε πιο δύσκολες καταστάσεις, δεν θα μπορούσα να κρίνω με βάση τον διπλανό μου αν έχει πιο πολλά, κι έτσι είμαι πιο ευχαριστημένος. Αυτό μάλλον μου το ‘χουν μάθει οι γονείς μου, να μην κρίνω την ευτυχία με βάση τα αγαθά. Αυτό είναι μεγάλη τύχη…Τώρα, μέσα από αυτά που ζούμε, πολλές φορές διακρίνω έναν κύκλο. Σαν να ‘χουνε ξαναγίνει κάποια πράγματα σε σχέση με το παρελθόν. Ωστόσο, βλέπω ένα κομμάτι του κύκλου και ότι κάποια πράγματα ακολουθούν μια φυσική ροή. Από την άποψη, πως αν ρίξεις στη φωτιά λάδι, θα αρπάξει, αν ρίξεις νερό, θα σβήσει. Για τέτοια φυσικότητα μιλάω .Προφανώς, κάποιοι άνθρωποι το γνωρίζουν αυτό. Αλλά αυτό που δεν μου αρέσει είναι ότι πράττουν γνωρίζοντας τι πρόκειται να συμβεί εις βάρος ανθρώπων…Αυτό είναι πολύ στενάχωρο. Αλλά ακόμη κι έτσι, μέσα από τη δυσκολία, προκύπτουν όμορφα πράγματα. Σχέσεις ξεκινάνε από δυσκολίες και οι άνθρωποι φτιάχνουν ομάδες που προσφέρουν για τις επόμενες γενιές κλείνοντας ξανά τον κύκλο.

K.B. Το ότι είσαι πατέρας ενός παιδιού, σε κάνει πιο ανήσυχο μερικές φορές, πιο υπερβολικό ή πιο υπεύθυνο;

Γ.Χ. Αυτό είναι ένα δικό μου κομμάτι προσωπικό, αλλά δενσημαίνει ότι δεν «κοιτάζω» και τους γονείς των άλλων παιδιών. Το ζω όπως όλοι. Δηλαδή, οποιοσδήποτε έχει ένα παιδί, μπορεί να αντιληφθεί τι μπορεί να γίνει στο μέλλον, αν κάτι δεν πάει καλά. Παρόλα αυτά, επειδή συγκρίνω με το δικό μου βίωμα, τη δικιά μου γενιά, το δικό μου μεγάλωμα, είναι άλλος ο τρόπος, είναι άλλη η σχέση με το σήμερα. Αυτό που γνωρίζουν τα παιδιά σήμερα είναι πολύ μακριά απ’ όσα ξέραμε εμείς. Εμείς αργήσαμε να μάθουμε. Τα παιδιά όμως τώρα χάνουν πολύ από την αθωότητά τους, έχουν χάσει από τις βασικές λειτουργίες που μας κάνουν ανθρώπους ανοιχτούς, όπως είναι η φαντασία και το όνειρο. Η φαντασία είναι ένα πολύ μεγάλο κομμάτι. Ασχέτως αν πιστεύουμε σε μάγισσες, το να πλάθουμε ιστορίες, θα μας βοηθήσει πρακτικά στη ζωή μας. Αυτό, οι καινούργιες γενιές είναι λίγο επίφοβο να το χάσουν... Όχι για κάποιο άλλο λόγο, αλλά γιατί το «βλέπουν». Είτε στην τηλεόραση είτε σε ηλεκτρονικό παιχνίδι. Το θέμα είναι ότι ο κάθε άνθρωπος οφείλει στον εαυτό του να πλάθει το δικό του σχήμα, κι όχι να παίρνει αυτό που ήδη υπάρχει. Να πλάθει το δικό του όνειρο. Τη δικιά του ιστορία .

Κ.Β. Ποιο είναι το αγαπημένο τραγούδι της κόρης σου;

Γ.Χ. Νομίζω το «Για ‘σενα λέω» ...τριανταφυλλάκι.

https://www.youtube.com/watch?v=5sopjgbOPTg

Η συνέντευξη δώθηκε στα studio του Μελωδία 99,2 την Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2015 για το Σαββατοκύριακο αφιέρωμα του Μελωδία 99,2 στον Γιάννη Χαρούλη.